Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚΑ ΦΡΑΝΚΟ "ΙΣΚΡΑ"


Δεν ήξερε πόση ώρα κατέβαινε εκείνη την ατελείωτη, στενή σκάλα. Από ένα σημείο και μετά τα σκαλιά έγιναν πέτρινα και η θερμοκρασία άρχισε να πέφτει, κρύωνε τρομερά. Αλλά ούτε το κρύο ούτε το αίσθημα της κλειστοφοβίας που είχε αρχίσει να την καταλαμβάνει μπορούσαν να την κάνουν να σταματήσει. Γιατί πίσω δεν υπήρχε γυρισμός: για την κλειδαμπαρώσουν έτσι, για καλό δεν ήταν - οπότε μπροστά κι όπου βγάλει...
Προσπαθούσε να μη σκέφτεται τι μπορεί να κρυβόταν εκεί κάτω, να μένει συγκεντρωμένη στο φως του αναπτήρα που σιγά-σιγά εξασθενούσε και να προχωράει, όσο είχε ακόμα δυνάμεις. Βγήκε τελικά σε μια μεγάλη, πέτρινη αίθουσα με τοξωτό θόλο. Τα τοιχώματα γύρω ήταν διακοσμημένα με παραστάσεις: σύμβολα, μορφές και ιδεογράμματα - άγνωστα.... και κάτι που έμοιαζε με άγαλμα; για την ακρίβεια τα πόδια ενός πελώριου αγάλματος, το φως δεν έφτανε να το δει ολόκληρο. Κάθησε εκεί στα πόδια του, εξαντλημένη.
- Δεν ξέρω ποιός θεός είσαι κι αν ασχολείσαι καθόλου με τους θνητούς, αλλά αν ακούς, βόηθα!
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο αναπτήρας της έσβησε οριστικά. Κρατώντας με τα δόντια την ψυχραιμία της μια και ήταν το μόνο που της είχε απομείνει, περίμενε μέχρι τα μάτια της να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Σε λίγο μπορούσε να διακρίνει δύο εσοχές που έμοιαζαν με πόρτες, σύρθηκε προσεκτικά και τις δοκίμασε, η μία άνοιξε.
Μπήκε διστακτικά, ψηλαφώντας ακούμπησε κάτι σαν τραπέζι, ήταν ξύλινο και είχε πάνω του δύο κηροπήγια με κεριά! Με τι να τ' ανάψει όμως; Η αφή της μέχρι τώρα την είχε οδηγήσει καλά, έτσι συνέχισε στα τυφλά να ψάχνει - ένα συρτάρι, το τράβηξε: διάφορα μεταλλικά αντικείμενα κι ένα μεγάλο κουτί... σπίρτα! Άναψε το ένα κερί - μικρή παρηγοριά αλλά της ανέβασε κάπως το ηθικό, κι επέστρεψε στην κυρίως αίθουσα.
Η τιτάνεια λαξευμένη στο βράχο θεότητα, την κοιτούσε τώρα από ψηλά: το αινιγματικό χαμόγελο της μορφής, αυτά τα τεράστια φτερά, της φάνηκαν οικεία κατά έναν παράξενο τρόπο...
Αλλά το επείγον ήταν να βρει μια έξοδο ή έστω μια άνοδο, οτιδήποτε θα την έφερνε ξανά στην επιφάνεια της γης. Στο πίσω μέρος της αίθουσας υψωνόταν ένα είδος εξώστη, μια στριφογυριστή σκάλα οδηγούσε εκεί. Την ανέβηκε σχεδόν μπουσουλώντας, είχε φτάσει στο μέσον της όταν άκουσε βήματα να αντηχούν στο δάπεδο της στοάς, ίσα που πρόβαλε να σβήσει το κερί και να κρυφτεί όσο καλύτερα γινόταν στο γύρισμα της σκάλας.
Επάνω και γρήγορα, ήταν η απόφασή της - όσο μεγαλύτερη η απόσταση από αυτούς τόσο το καλύτερο.
...
Το δωμάτιο που έκρυβε πίσω της η πόρτα στο βάθος του εξώστη ήταν μια βιβλιοθήκη: μύριζε μούχλα και παλιό χαρτί. Στο κέντρο του ένα ασήκωτο τραπέζι από έβενο, τα τέσσερα πόδια του σκαλισμένα ολόκληρα, είχαν τη μορφή φτερωτών ζώων: ένα λιοντάρι, ένα άλογο, ένας ταύρος και ένας δράκος, το στήριζαν. Αν και δεν ήταν η ώρα για αισθητικές απολαύσεις, δεν μπορούσε να μην θαυμάσει τη δουλειά του δημιουργού τους. Xάιδεψε τις σμιλεμένες μορφές, κάτω από τη σκόνη η ξύλινη επιδερμίδα τους ήταν λεία και γυαλιστερή, χωρίς το παραμικρό ψεγάδι - ''θα έκανα τα πάντα για να αποκτήσω ένα τέτοιο τραπέζι'' σκέφτηκε με τον περίεργο τρόπο που σε δύσκολες στιγμές το μυαλό, από άμυνα, ξεφεύγει σε μια άσχετη εικόνα, για να αποφορτιστεί.
Αν και τα ξύλινα ζώα στα πόδια του τραπεζιού την μαγνήτιζαν, ξεκόλλησε τελικά και κοίταξε γύρω της - εκτός από την πόρτα που μπήκε, κανένα άλλο άνοιγμα δεν υπήρχε στο δωμάτιο αλλά υπήρχε φως και μάλιστα άφθονο, ώστε να βλέπει καθαρά και να κινείται άνετα. Στράφηκε στην οροφή, ένας φεγγίτης από βιτρό... ήταν απίστευτα ψηλά. Περιπλανήθηκε στο χώρο, άρχισε να ψάχνει τα βιβλία - στην απελπισία της ήλπιζε ότι θα τραβήξει κάποιο και θ' ανοίξει καμιά κρυφή πόρτα στον τοίχο, όπως στις ταινίες. Δεν έγινε τίποτα τέτοιο.
Πλησίασε ξανά στο τραπέζι, ξεφύλλισε το δερματόδετο βιβλίο πάνω στ' αναγνωστήριο: έμοιαζε με Βίβλο, αλλά όχι ακριβώς... Μια γκραβούρα της τράβηξε την προσοχή, ένας άγγελος πανέμορφος αλλά με βλέμμα δυσοίωνο, σκεπασμένο το κορμί του με φολίδες και έξι μαύρες φτερούγες να υψώνονται ορθάνοιχτες. Συλλάβισε ασυναίσθητα το όνομά του, γραμμένο κάτω από την εικόνα του. Έπειτα ξανά και ξανά...
Το φως στο δωμάτιο λιγόστεψε πολύ, η θερμοκρασία έπεσε τόσο που η ανάσα της έφτιαχνε μικρά σύννεφα αλλά δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από τη γκραβούρα...

Δεν βρισκόταν πια στη βιβλιοθήκη αλλά σε έναν ομιχλώδη τόπο, κάποιος που δεν έβλεπε την κρατούσε από το χέρι - προχωρούσαν, ανέβαιναν...
Μικρά, αόρατα ζώα μπερδεύονταν στα πόδια της, έκλαιγαν και γελούσαν με ήχους παράξενους: άλλα την γραντζουνούσαν με τα νύχια τους, άλλα έτριβαν πάνω της χαδιάρικα τις ουρές τους ... το χέρι χωρίς πρόσωπο συνέχιζε μέσα από την ομίχλη, να την οδηγεί. Έφτασαν σε ένα ύψωμα, το χέρι δεν την κρατούσε πια, ήταν μόνη της. Κι εκείνος την περίμενε με τις φτερούγες του απλωμένες σε όλη τους τη δόξα, ένα μαύρο αστέρι από τον  αρχαίο ουρανό της Δημιουργίας.
Άκουσε τη φωνή του, τη θλιμμένη, μακρινή φωνή που έκλεινε μέσα της όλη τη δύναμη και όλη τη μοναξιά της δύναμης. Δάκρυα ευχαρίστησης κυλούσαν στα μάγουλα της, έκλαιγε από την ομορφιά εκείνης της φωνής: ήθελε μόνο να τον ακούει, ήθελε να τον αγαπήσει και να λιώσει ολόκληρη μέσα του, να βλέπει ότι βλέπει, να ακούει ότι ακούει και να γνωρίσει ότι γνωρίζει. Γονάτισε και χωρίς να μιλήσει, του είπε ''πάρε με, δεν υπάρχει τίποτα για μένα στον κόσμο μου...''
Ένα κάψιμο κάτω από το αριστερό της στήθος, ένας οξύς πόνος την διαπέρασε - αυτό που ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή διαλύθηκε σε κομματάκια και με ανακούφιση άφησε το Χάος να την κάνει δική του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου